Για μικρα και μεγαλα παιδια

Προσχολική ηλικία

Παιδικό βιβλίο: Ο Πίτι φοβάται το νάνι Συγγραφέας: Δημήτρης Δούσης

Διάσταση: 21×28 Σελίδες: 32 Έτος έκδοσης: 2020

Εικονογράφος: Εμμανουέλα Κακαβιά

© ISBN 978-960-564-906-7

Ο φόβος ως κυρίαρχο συναίσθημα κορυφώνεται συχνά την ώρα πριν τον ύπνο. ” Ο Πίτι φοβάται το νάνι ” είναι μια μικρή ιστορία καληνύχτας για παιδιά προ – πρωτοσχολικής ηλικίας που τους διαβάζουν οι μεγάλοι, εκείνη την ώρα που είναι όλοι κουρασμένοι.

Πρώτη σχολική ηλικία

Το αερόστατο της Αρλέτας

Η   Αρλέτα είναι στρουμπουλή .

Κουράστηκε πάλι και κάθισε στην ψηλή καρέκλα, ‘’είχε στρουμπουλέψει’’.  Μέχρι πρόσφατα καθόταν και πιο χαμηλά, στο σκαμνάκι.

Χαμογέλασε, περίμενε την μικρή της αδελφή τη Δανάη. Θα ερχόταν σε λίγο στο παιδικό δωμάτιο να την βοηθήσει να το τακτοποιήσουν μαζί .

Στη γωνία, δίπλα στο παράθυρο, το πολύχρωμο ριγέ αερόστατο έγραφε πάνω του         Α  Ρ  Λ  Ε  Τ Α και Δ Α Ν Α Η .  Ήταν αρκετά μεγάλο, φουσκωμένο και βαρύ, όπως τώρα η ίδια, μόνο που δε μπορούσε πια να το κουβαλήσει μόνη της, γι αυτό χρειαζόταν τη Δανάη να τη βοηθήσει.

Όταν ήταν πιο μικρή, πριν γεννηθεί η Δανάη, είχε πρωτοδεί τη μαμά της να κάθεται έτσι …  ψηλά. Τότε ήταν που είχε έρθει και το πολύχρωμο ριγέ αερόστατο  και έγραφε  Α  Ρ  Λ  Ε  Τ Α.  Θυμάται εκείνο το πρωινό που φόραγε η μαμά της τα ίδια χρώματα, με το αερόστατο , στο αέρινο φόρεμά της.  Πάντα φρόντιζε να την πλησιάζει άλλοτε με χρώματα άλλοτε με κάποιο τραγούδι και να της μιλάει στην καρδιά της.

« Πετάει ; Αν ανέβω, ανοίξω το παράθυρο, θα πετάξω στα σύννεφα; »     

« Θα πάρω μαζί μου τη Ζιζή. Και χυμό να τρώω. » « Εσένα δε σε χωράει.»                                                                                     

« Μαμά μου, και συ είσαι μεγάλο μπαλόνι,…. έχω τώρα δύο δικά μου. »

«Αερόστατα; » είπε η μαμά. « ΄Εχεις δύο ίδια πολύχρωμα αερόστατα; »

« Ναι. »

Η μαμά την αγκάλιασε. « Πόσο μεγάλωσες…» είπε.

« Μου αρέσει να σε ακούω να φαντάζεσαι και να πετάς ψηλά. » « Με το αερόστατο ».

« Εγώ δε χωράω .» « Αφού είμαι … αερόστατο  μ ΄ αυτό το φόρεμα », συνέχισε γελώντας η μαμά της Αρλέτας.

« Όχι, δεν είσαι αερόστατο  , είσαι η μαμά μου. Είσαι το δικό μου αερόστατο και η μαμά μου

«‘Ηταν σαν να μεγαλώναμε μαζί με τη μαμά, ήταν όλα δικά μου και δικά μας.»

Το πολύχρωμο αερόστατο την κοιτούσε, χαμογελούσε και τη χάιδευε, όπως έκανε και το δροσερό αεράκι , στα μαλλιά της.

« Στο δωμάτιό μας έχουμε τώρα δύο αερόστατα και δύο επιβάτες…», συνέχισε η μαμά.

« Είμαστε εμείς οι δύο και το αερόστατο ! » Είπε γρήγορα η Αρλέτα.

« Για να δούμε, χωράς στο αερόστατο  ; » Τη ρώτησε η μαμά.

Με έναν άνετο πήδο η Αρλέτα ήταν ήδη μέσα.

« Όμως εγώ είμαι μεγάλη και στρουμπουλή, όπως λες , δε χωράω. Να, βλέπεις που μ΄ αυτό το φόρεμα είμαι και εγώ αερόστατο … »,  της ξαναείπε γελώντας.

 « Στο δικό μου αερόστατο , έχω και εγώ ένα κοριτσάκι… ,  αφού είμαι στρουμπουλή και βαριά δε θα μπορώ να πετάξω στα σύννεφα όπως κάνεις εσύ με το δικό σου αερόστατο……». « Σε λίγες μέρες θα γνωρίσεις και τον άλλο επιβάτη σου. Θα είναι ένας μικρός επιβάτης και θα χωράει δίπλα σου. Μαζί θα πετάτε στα σύννεφα και εγώ θα σας καμαρώνω.»

Η Αρλέτα την άκουγε με ορθάνοιχτα τα μεγάλα της μάτια. Τα όμορφα λόγια της μαμάς τα ακολουθούσε πάντα μια έκπληξη που την έκανε πιο χαρούμενη.

« Τότε θα πάρω τη Ζιζή και το κοριτσάκι  από το δικό σου  αερόστατο …και δύο χυμούς να τρώμε… εγώ …και το κοριτσάκι… » , είχε πει  πάλι γρήγορα η Αρλέτα.

Η μαμά συμφώνησε, την αγκάλιασε και την έσφιξε πάνω της.

Το αεράκι που έμπαινε τώρα από το παράθυρο  και τη χάιδευε στα μαλλιά ήταν το ίδιο, όπως τότε που ήταν μικρή και περίμενε τον καινούργιο μικρό επιβάτη του πολύχρωμου αερόστατου. Ακούστηκε το κουδούνι, ήταν η Δανάη. Είχε έρθει να βοηθήσει την Αρλέτα, τη μεγάλη της αδελφή να σηκώσουν μαζί το αερόστατο , να το πάνε στην αποθήκη. Το παλιό, παιδικό τους δωμάτιο περίμενε υπομονετικά την καινούργια του χρωματιστή διακόσμηση και το μωράκι που θα έφερνε η Αρλέτα, ίσως και ένα άλλο παρόμοιο, πολύχρωμο αερόστατο .

©  1.6.2019                         

Εφηβική ηλικία

ΚΟΚΚΙΝΟΣΚΟΥΦΙΤΣΑ …. REVISED.

« Κλάρα… »

« Τι …; »

« Τα πράγματα της γιαγιάς » , φώναξε η μαμά.    « Βάλε κάτι πάνω σου, κάνει ψύχρα. Την κόκκινη ζακέτα », συμπλήρωσε η μαμά της Κλάρας. « Ξέρεις πόσο της αρέσει να σε βλέπει . »

« Πάλι θα ντύνομαι σαν την κοκκινοσκουφίτσα, τόσα χρόνια τα ίδια », μουρμούρισε η Κλάρα.

Εδώ είχε δίκιο, μιας και τελευταία δεν της πολυάρεσε να φοράει τη ξεθωριασμένη κόκκινη ζακέτα.

Ακολουθώντας το μονοπάτι, αναζήτησε με την άκρη του ματιού της το λύκο. Ήξερε ότι την ακολουθούσε. Το έκανε από κουτάβι, όταν τον είχε πρωτοδεί του είχε δώσει ένα λουκάνικο από το καλάθι της γιαγιάς, του είχε βγάλει και όνομα, … Σκάρη.

Κουβέντιαζαν.

Σαν να ήξερε τη γλώσσα του και αυτός να διάβαζε τις σκέψεις της.

Τώρα, που είχε μεγαλώσει, φαινόταν σαν να είχε εκπαιδευτεί από την Κλάρα δείχνοντας μια ασυνήθιστη συμπεριφορά για λύκο. Περπατούσαν και οι δύο μαζί, σχεδόν δίπλα δίπλα.

« Νοιώθω, κάπως… », του είπε . « Να, σαν σάντουιτς. Θυμάσαι όταν στο πρωτοείπα και φάγαμε τα σάντουιτς της γιαγιάς; Χα, χα, χα …» , ξεκαρδίστηκε η Κλάρα.

« Σάντουιτς » , ξαναείπε.

« Από τη μία η μαμά , από την άλλη η γιαγιά. Ποτέ δε μου είπε παραμύθι. Μόνο με τον κυνηγό κουβεντιάζει. Δε νοιάζεται για μένα, μόνο αν  φοράω αυτή την κόκκινη ζακέτα », μονολόγησε τσαντισμένη.

« Πάντως » , συνέχισε « χαίρομαι για τα σάντουιτς…. πάρε ένα » . Ο λύκος δεν έχασε ούτε ψίχουλο , απ΄ το παραγεμισμένο με αλλαντικά σάντουιτς. Από κουτάβι εκτιμούσε τη νοστιμιά του.

« Λοιπόν. » Συνέχισε η Κλάρα.

« Αυτή είναι η τελευταία φορά. Και συ σταμάτα να κουνάς την ουρά σα σκυλί. Γίνε άγριος, πιο λύκος τέλος πάντων! »

Απ΄ το ξέφωτο φάνηκε το σπίτι της γιαγιάς.

« Να, βλέπεις ; Ο κυνηγός. Το όπλο του κρέμεται στο καρφί δίπλα στην πόρτα. Θα τους δώσουμε σήμερα ένα μάθημα », ψιθύρισε στο λύκο.

« Κοκκινοσκουφίτσα δε θέλει η γιαγιά…; Λοιπόν, θα αρχίσεις να ουρλιάζεις να φοβηθούν », η Κλάρα ήξερε πόσο δειλός ήταν ο κυνηγός, δε θα τολμούσε να βγει έξω. « Εσύ Σκάρη θα καταβροχθίσεις όλο το καλάθι. »

Ετσι έγινε!

Η γιαγιά είπε αργότερα στη μαμά της Κλάρας, να μη ξανάρθει η εγγονή της .

« Είναι τόσο επικίνδυνο! » Ότι χρειαζόταν θα το έφερνε ο κυνηγός.

Ολοι έζησαν καλά, η Κλάρα και ο Σκάρη καλύτερα.

© 8.5.2019